Μαρτίου 21, 2019

Η μετάθεση των ευθυνών κατά την Αρχαία Ελληνική σκέψη Featured

By Δεκεμβρίου 18, 2018 226
Ας δούμε πώς προσέγγιζαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι τη χρήση του μηχανισμού άμυνας του Εγώ, της μετάθεσης των ευθυνών μας σε άλλους.
 
 Η μετάθεση των ευθυνών κατά την αρχαία ελληνική φιλοσοφική ψυχολογία
 
Άτη → ύβρις → νέμεσις → τίσις ήταν το ηθικό σχήμα των αρχαίων Ελλήνων. Η άτη είναι η τύφλωση του νου η οποία οδηγεί τον άνθρωπο στην ύβρη (την αλαζονική συμπεριφορά, που παραβιάζει το μέτρο των ανθρωπίνων ορίων). Αυτή με τη σειρά της επισείει την νέμεση, την οργή των θεών, που έχει αποτέλεσμα την τίση, δηλαδή την τιμωρία του υβριστή, αυτού ο οποίος παραβίασε το «μέτρον».
 
 Κατά τον ποιητή Όμηρο (8ος αιώνας π.Χ.) οι επεμβάσεις των θεών στη ζωή των ανθρώπων δεν καταργούν την ανθρώπινη ευθύνη· αντίθετα, φαίνεται ότι οι δύο αυτοί παράγοντες συμπλέκονται.
   Στην Ιλιάδα, προβάλλεται η άποψη ότι το καλό με το κακό, που στέλνουν στους θνητούς οι θεοί, είναι αξεδιάλυτα μπλεγμένα. Όπως λέει ο Αχιλλέας στον γέροντα Πρίαμο, με την θεϊκή αυτή βούληση-πραγματικότητα οφείλουν να συμμορφώνονται οι θνητοί.  Η μετάθεση στους θεούς των προσωπικών ευθυνών όχι μόνον των απλών ανθρώπων αλλά ακόμα και της ανώτατης ηγεσίας των Ελλήνων, φαίνεται ότι ήταν μια συνήθης πρακτική, τουλάχιστον στην εποχή και κατά την διάρκεια του Τρωικού Πολέμου. Είναι ενδεικτικό το παράδειγμα του Αγαμέμνων. Στην Ιλιάδα, ο Αγαμέμνων, στα πλαίσια της προσπάθειάς του να δικαιολογήσει τον εαυτό του στους ηγέτες του στρατού των Αχαιών για το γεγονός ότι με δικές του ενέργειες προκάλεσε τον θυμό (τη μῆνιν) του Αχιλλέα, μεταθέτει τις προσωπικές του ευθύνες στο Δία, στη Μοίρα και στην Ερινύα: «Όμως δεν είμαι εγώ ο αίτιος. Είναι ο Δίας και η Μοίρα και η Ερινύα, που τριγυρνά μέσα στα σκοτάδια, αυτοί που στη συνέλευση έριξαν το νού μου σε άγρια σκότιση, την ημέρα εκείνη που μοναχός μου πήρα το τιμητικό δώρο του Αχιλλέα. Όμως τι μπορούσα να κάμω; Θεός είναι αυτός που τα τελειώνει όλα, η Άτη η σεβάσμια κόρη του Δία, που όλους τους τυφλώνει η καταραμένη». 
   Στην Οδύσσεια ο Όμηρος κατακρίνει την τάση των ανθρώπων να χρεώνουν τους θεούς με την ευθύνη των αρνητικών συνεπειών και των δυστυχιών που προκύπτουν σαν συνέπεια των δικών τους εσφαλμένων πράξεων (ἀτασθαλίη): «Αλίμονο! Πώς οι άνθρωποι ρίχνουν το φταίξιμο στους θεούς! Με την ευθύνη Ισχυρίζονται ότι οι δυστυχίες τους προέρχονται μας, ενώ συχνά αυτοί οι ίδιοι με τις αμαρτωλές τους πράξεις πέφτουν σε συμφορές πέρα από το γραφτό». 
 
   Κατά τον μυθοπλάστη Αίσωπο (6ος αιώνας π.Χ.), αιτία της μετάθεσης σε άλλους των ευθυνών που προκύπτουν από τις πράξεις κάποιων ανθρώπων είναι η αδυναμία των ανθρώπων αυτών να αποδεχθούν ότι τα αποτελέσματα των πράξεών τους οφείλονται σε δική τους ανικανότητα να υλοποιήσουν το στόχο που μόνοι τους έθεσαν στον αυτό τους. Η αποτυχία υλοποίησης του στόχου τους είναι συνέπεια του ότι ο στόχος αυτός απαιτούσε ικανότητες τις οποίες οι ίδιοι δεν διέθεταν. Δηλαδή οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν αυτογνωσία, δεν γνωρίζουν τα όρια των ικανοτήτων και των αδυναμιών τους. Ο Αίσωπος είχε εντοπίσει και κατέκρινε εκείνους τους ανθρώπους των οποίων οι συμφορές πηγάζουν από δικές τους αποφάσεις.  Κατέκρινε, όμως, περισσότερο αυτούς οι οποίοι ενώ δεινοπαθούν από την αμυαλιά τους, ρίχνουν την ευθύνη στους θεούς.  «Κάποιοι άνθρωποι όταν, από δική τους ανεπάρκεια, δεν μπορούν να υλοποιήσουν κάποιο στόχο τους, ρίχνουν το φταίξιμο στις περιστάσεις-συνθήκες».  «Πολλοί που δεινοπαθούν από την αμυαλιά τους, ρίχνουν την ευθύνη στους θεούς».  «Πολλοί άνθρωποι για τις συμφορές που παθαίνουν από δική τους υπαιτιότητα, κατηγορούν τους θεούς».  «Συχνά όταν δυστυχούμε από δικό μας λάθος, ρίχνουμε το φταίξιμο στην τύχη». 
 
   Ο φιλόσοφος Πυθαγόρας (580-496 π.Χ.) δίδασκε ότι «οι άνθρωποι έχουν συμφορές, τις οποίες οι ίδιοι τις προκαλούν στους εαυτούς τους».  Συνεπώς οι άνθρωποι έχουν την ευθύνη για τις πράξεις τους αυτές και όχι οι θεοί, η τύχη, η μοίρα, το πεπρωμένο. Σχετικά με την ανάληψη ευθύνης για τα σφάλματα που διαπράττουμε, ο Πυθαγόρας δίδασκε ότι πρέπει κάθε βράδυ να ελέγχεις διεξοδικά τον εαυτό σου για τις πράξεις που έκανες κατά τη διάρκεια της ημέρας, και, αν βρεις σφάλματα, να επιπλήττεις τον εαυτό σου  και όχι να μεταθέτεις την ευθύνη σε άλλους.
 
   Ο Αισχύλος (525-456 π.Χ.), αρχαίος Έλληνας τραγικός ποιητής, στα έργα του διαφοροποιείται από την κρατούσα τότε στις μάζες άποψη ότι για τα σφάλματα και τις συμφορές των ανθρώπων ευθύνονται οι θεοί, η μοίρα, η τύχη, η ειμαρμένη κ.λπ. Ο Αισχύλος δίδασκε ότι ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του και γι΄ αυτό πρέπει ο ίδιος να αναλαμβάνει τις ευθύνες του και να πληρώνει για τα σφάλματα που διαπράττει. Στη συνέχεια, όμως, και σαν συνέπεια της ανάληψη της ευθύνης και της πληρωμής έρχεται η γνώση. Επισημαίνοντας το πόσο λάθος είναι να μεταθέτουμε τις ευθύνες των συνεπειών των δικών μας πράξεων σε άλλους, τόνιζε: «Και όταν η συμφορά σας κυνηγήσει, να μην κατηγορήσετε την τύχη, μηδέ ποτέ να πείτε πως ο Δίας σε ξαφνικά δεινά σας έχει ρίξει· εσείς μοναχές σας θα φταίτε». 
 
   Ο Σοφοκλής (496-405 π.Χ.), μεγάλος αρχαίος Έλληνας τραγικός ποιητής, στα δράματά του, εκφράζοντας και το ανθρωποκεντρικό πνεύμα της εποχής του, εποχής των σοφιστών, δίδει πρωτεύοντα ρόλο στον άνθρωπο, τον οποίο παρουσιάζει ως αυτόβουλο, συνεπώς και με ευθύνη των πράξεών του, απελευθερωμένο από τη – σύμφωνα με την παράδοση – υποταγή του στη βούληση των θεών. Κατά τον Σοφοκλή, ο εντοπισμός, η αποκάλυψη του σφάλματος που διαπράττει ο άνθρωπος και η αποδοχή της ευθύνης του γι΄ αυτό, είναι γνώρισμα του ανώτερου ανθρώπου, ο οποίος, σε αντίθεση με το μέσο θεατή κάθε θεάτρου, δεν υπεκφεύγει ούτε αρνείται ούτε επιχειρεί να μεταθέσει την ευθύνη του.
 
   Στο έργο του Ευριπίδη (480-406 π.Χ.), μεγάλου αρχαίου Έλληνα τραγικού ποιητή, ο άνθρωπος δεν ορίζει το πεπρωμένο του, το οποίο κυριαρχείται από τη βούληση των θεών. Αυτή η στροφή στις παραδοσιακές απόψεις σχετικά με την μη ευθύνη του ανθρώπου για τις πράξεις του και την απόδοσή της στους θεούς, ήταν αποτέλεσμα της απογοήτευσης και της πικρίας που κυριαρχούσε τότε στους Αθηναίους σαν συνέπεια των αρνητικών εξελίξεων του Πελοποννησιακού Πολέμου και της ανάγκης τους να μην αποδεχθούν ότι τα καταστροφικά αυτά αποτελέσματα ήσαν συνέπεια δικών τους επιλογών. Για παράδειγμα, στην τραγωδία του Ελένη, ο Ευριπίδης παρουσιάζει την ίδια την Ελένη της Σπάρτης να μην ορίζει το πεπρωμένο της και να αποδίδει τις συμφορές της στη βούληση των θεών και στην ομορφιά της. Ο Ευριπίδης έλεγε ότι όλοι είμαστε σοφοί στο να νουθετούμε τους άλλους, αλλά το δικό μας σφάλμα δεν το αντιλαμβανόμαστε: «Ἅπαντες ἐσμὲν εἰς τὸ νουθετεῖν σοφοί, αὐτοὶ δ΄ ἀμαρτάνοντες οὐ γιγνώσκομεν». 
 
   Κατά τον Δημόκριτο (περ. 460-370 π.Χ.), αρχαίο Έλληνα ατομικό φιλόσοφο, «οι θεοί δίνουν στους ανθρώπους όλα τα καλά, και παλιά και τώρα. Αντίθετα, όσα κακά και βλαβερά και ανώφελα έχουμε, αυτά ούτε παλιά ούτε τώρα τα δωρίζουν οι θεοί στους ανθρώπους, αλλά οι ίδιοι οι άνθρωποι τα πλησιάζουν, γιατί είναι τυφλός ο νους τους κι είναι απερίσκεπτοι». Στην προσπάθειά τους να αποποιηθούν των ευθυνών τους από τα αρνητικά αποτελέσματα των πράξεών τους «οι άνθρωποι επινόησαν τη νοητική εικόνα, το είδωλο της θεάς της Τύχης, για να δικαιολογήσουν τη δική τους έλλειψη κρίσης-θέλησης: Ἄνθρωποι τύχης εἴδωλον ἐπλάσαντο, πρόφασιν ἰδίης ἀβουλίης». 
 
   Ο φιλόσοφος Πλάτων (427-347 π.Χ.), έχοντας εντοπίσει ότι αιτία της μετάθεσης των ευθυνών μας είναι η επιδίωξή μας να ηρεμήσουμε την ταραγμένη ψυχή μας, δίδασκε ότι η προσπάθεια να αποποιηθούμε των ευθυνών μας όχι μόνο δεν γαληνεύει τη ψυχή μας, αλλά επιφέρει τα αντίθετα αποτελέσματα: «Όταν κάποιος πιστεύει ότι η ευθύνη για τα σφάλματα που κάνει δεν είναι δική του αλλά των άλλων, τους οποίους κατηγορεί για τις δικές του συχνές και σοβαρές κακοτυχίες, θεωρώντας τον εαυτό του ανεύθυνο γι΄ αυτά, νομίζει ότι έτσι τιμά την ψυχή του. Πετυχαίνει όμως ακριβώς το αντίθετο».  Ο Πλάτων θεωρούσε ότι η μεγάλη αγάπη που μπορεί κάποιος να έχει για τον εαυτό του, είναι σε κάθε περίπτωση η αιτία για όλα τα σφάλματα που διαπράττει ο κάθε άνθρωπος.
 
   Κατά τον φιλόσοφο Αριστοτέλη (384-322 π.Χ.), η αγάπη για τον εαυτό μας είναι μια φυσιολογική πραγματικότητα: «Είναι φυσικό να αγαπάει κανείς τον εαυτό του». «Αναγκαστικά όλοι είναι φίλαυτοι περισσότερο ή λιγότερο». Αυτό το οποίο κατακρίνεται είναι ο εγωισμός, ο οποίος είναι μια παθολογικά υπερβολική αγάπη για τον εαυτό μας, η οποία είναι καταστροφική, αφού μας απομακρύνει από την επίτευξη της ψυχικής ισορροπίας: «Μόνο δε ο εγωισμός πρέπει να κατακρίνεται. Δηλαδή όχι το να αγαπάς απλώς τον εαυτό σου, αλλά το να τον αγαπάς περισσότερο απ΄ ό,τι πρέπει». «Δεν είναι αυταπάτη η αγάπη του εαυτού μας: αυτό το αίσθημα είναι ολότελα φυσικό. Ο εγωισμός, νά το είδος της αγάπης που δίκαια δυσφημίστηκε, γιατί δεν είναι η αγάπη προς τον εαυτό μας, μα ένα πάθος αχαλίνωτο απ΄ τον εαυτό μας, πάθος ολέθριο που παρασέρνει τον φιλάργυρο προς το χρήμα του, κι όλους τους ανθρώπους προς το αντικείμενο των επιθυμιών τους».
 
   Ο Δημοσθένης (384-322 π.Χ.), μεγάλος αρχαίος Αθηναίος ρήτορας, ερμηνεύοντας την τάση των ανθρώπων να μεταθέτουν σε άλλους τις ευθύνες των αρνητικών συνεπειών των δικών τους πράξεως έγραφε: «Κανένας ποτέ δεν έγινε κατήγορος του εαυτού του». «Δεν υπάρχει ευκολότερο πράγμα από το να ξεγελάει κανείς τον εαυτό του. Γιατί αυτό που επιθυμούμε, πρόθυμα το πιστεύουμε. Η πραγματικότητα, όμως, πολλές φορές είναι διαφορετική». Για να αποφύγει ο άνθρωπος τέτοιου είδους προβληματικές συμπεριφορές, πρέπει κατά τον Δημοσθένη, ο σωστά σκεπτόμενος να προσπαθεί να κάνει πάντοτε τη λογική του σκέψη ανώτερη από τις επιθυμίες του.
 
   Ο φιλόσοφος Επίκουρος (341-270 π.Χ.), με δεδομένο το ότι πίστευε στην ύπαρξη ελεύθερης βούλησης, σχετικά με την ευθύνη που έχει ο πράττων για τις πράξεις του δίδασκε ότι: «Αυτό που εξαρτάται από εμάς δεν έχει άλλο αφέντη και φυσικά επιδέχεται τόσο τη μομφή όσο και τον έπαινο».  Κατά τον Επίκουρο, η νηφάλια σκέψη είναι αυτή που διερευνά τους λόγους για τους οποίους προτιμάμε ή αποφεύγουμε καθετί.  «Ο νηφάλιος διαλογισμός [...] εξαφανίζει τις απόψεις που περιβάλλουν την ψυχή με μεγαλύτερη σύγχυση». Αρχή για όλα αυτά και μέγιστο αγαθό είναι η φρόνηση, η λογική. Γι΄ αυτό, ακόμα και από τη φιλοσοφία, μεγαλύτερη αξία έχει η φρόνηση, από την οποία πηγάζουν όλες οι αρετές και η οποία μας διδάσκει ότι δεν είναι δυνατόν να ζεις ευχάριστα χωρίς σύνεση, ομορφιά και δικαιοσύνη. 
 
   Ο Ισοκράτης (436-338 π.Χ.), μεγάλος λογογράφος και ρήτορας, θεωρούσε ότι, όπως μεμονωμένα άτομα έτσι και οι λαοί συνταυτίζονται περισσότερο με τα ελαττώματά τους παρά με τις αρετές τους. Αναφερόμενος δε σε αυτούς που μεταθέτουν σε άλλους τις ευθύνες για τις πράξεις των δικών τους πράξεων, έγραψε: «Από όλους τους ανθρώπους, οι πιο κακοί και άξιοι της μεγαλύτερης τιμωρίας είναι εκείνοι οι οποίοι για όσα οι ίδιοι είναι ένοχοι, τολμούν και κατηγορούν γι΄ αυτά άλλους».
 
   Ο Μένανδρος (342-292 π.Χ.), αρχαίος Έλληνας κωμικός ποιητής, έγραφε ότι κανένας δεν αγαπάει τίποτα περισσότερο από τον εαυτό του. Αυτό, βέβαια, έχει σαν συνέπεια να μην αποδέχεται τα σφάλματα που διαπράττει, με συνέπεια να μην αναλαμβάνει τις προκύπτουσες ευθύνες.
 
   Ο Επίκτητος (50-120 μ.Χ.), στωικός φιλόσοφος, θεωρούσε ότι «όλοι οι άνθρωποι χαίρονται όταν βρίσκουν δικαιολογίες για τα σφάλματά τους».  Είναι χαρακτηριστικό του απαίδευτο ανθρώπου να κατηγορεί τους άλλους για εκείνα στα οποία αποτυγχάνει ο ίδιος: «Η πρώτη διαφορά ανάμεσα σε έναν ιδιώτη και ένα φιλόσοφο: Ο ένας λέει: “Αλίμονο σε μένα, εξαιτίας του παιδιού μου, του αδελφού μου, του πατέρα μου”, και ο άλλος, αν ποτέ αναγκαστεί να πει: “Αλίμονο σε μένα”, συμπληρώνει μετά από λίγο, “εξαιτίας μου”».
 
   Ο Πρόκλος (412-485 μ.Χ), νεοπλατωνικός φιλόσοφος, είχε επισημάνει ότι «εμείς οι άνθρωποι, όταν πετυχαίνουμε κάτι, θεωρούμε τους εαυτούς μας υπεύθυνους των [θετικών] αποτελεσμάτων, όταν όμως αποτυχαίνουμε, μεταφέρουμε την υπαιτιότητα στην ανάγκη, αντί στη δική μας επιλογή».  «Οι άνθρωποι [...] αποδίδουν στον εαυτό τους την ευθύνη για τα κατορθώματά τους και στους άλλους την ευθύνη για τα σφάλματά τους». 
Rate this item
(1 Vote)
© 2018-2019 News All Rights Reserved. Designed By CS